justmigrate:

Hi,
I just moved my posts from Posterous! Do go though my blog for all the new posts.
Its easy to migrate try JustMigrate
3Crumbs app - Are you the local thrifter we all have been looking for? 

justmigrate:

Hi,

I just moved my posts from Posterous! Do go though my blog for all the new posts.

Its easy to migrate try JustMigrate

3Crumbs app - Are you the local thrifter we all have been looking for? 

Μήπως να το κάναμε με τον τρόπο των Liberal Democrats;

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε, διοργανώθηκε το συνέδριο των Liberal Democrats στο Brighton. Είχαν προηγηθεί οι επαναληπτικές εκλογές στο Eastleigh τις οποίες είχαν κερδίσει (με μεγάλες απώλειες σε ψήφους) οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, μια νίκη που το κόμμα τη χρειάζονταν για εσωτερικούς, οργανωτικούς αλλά κυρίως για επικοινωνιακούς λόγους. 

Παρακολουθώ στενά την πορεία των LibDems μετά τη είσοδό της στην κυβέρνηση με τους Συντηρητικούς, περισσότερο για να δω να επιβεβαιώνεται η αρχή που θέλει τα μικρότερα κόμματα να εξαφανίζονται εκλογικά μετά τη συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις συνεργασίας με τους σημαντικότερους ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Ως γνωστόν, ο σοβαρότερος αντίπαλος των Φιλελευθέρων δεν είναι η Αριστερά αλλά η Συντηρητική Δεξιά.

Ωστόσο εδώ, δεν θέλω τόσο να σχολιάσω τα αποτελέσματα (άσχετα με το τί λένε οι LibDems δεν δικαιολογούνται οι πανηγυρισμοί) γιατί δεν παρακολούθησα τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση και δεν μπορώ να κάνω εκτιμήσεις γιαυτή. Θέλω να επισημάνω κάποια σημεία από την εξαιρετική ομιλία του Nick Clegg που νομίζω ότι έχουν ενδιαφέρον να συζητηθούν στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης για το μέλλον των φιλελεύθερων ιδεών στην Ευρώπη αλλά και τον κόσμο.

Ο Κλεγκ, αφού υπερασπίστηκε για νιοστή φορά την απόφασή του να συμμετάσχει στην κυβέρνηση συνεργασίας, εξήρε τον προεκλογικό αγώνα που έκαναν τα στελέχη του κόμματός του στο Eastleigh:

We won. Why? Because, for the first time in a generation we could campaign on our record of local delivery and our record of national delivery too. Every leaflet dropped in the Eastleigh campaign combined both. And, when people took a long, hard look they liked what they saw. We didn’t win in Eastleigh in spite of being in power. We won in Eastleigh because we’re in power – locally and nationally. It’s important that everyone in this room knows that.

 

Δεν έχει σημασία αν αυτό που λέει δεν είναι πειστικό, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περιοχη οι LibDems απώλεσαν το 14.48% της εκλογικής τους δύναμης. Σημασία έχει ότι ορίζει τη συμμετοχή στην κυβέρνηση ως ευκαιρία να κριθεί το κόμμα βάσει των πεπραγμένων του. Να το σημειώσουμε αυτό, ειδικώς όλοι εμείς που είμαστε πολέμιοι κάθε συμμετοχής Φιλελευθέρων σε κυβερνήσεις (κι εγώ κατεξοχήν).

Πιο ενδιαφέρον όμως, βρήκα το εξής σημείο: 

You can’t trust Labour to build a strong economy. You can’t trust the Tories to build a fair society. Only the Liberal Democrats can deliver a stronger economy and a fairer society, enabling everyone to get on in life. Get used to those words, Conference. Get used to saying them. That’s the message I need you to deliver across the country. I need you to explain it to people each and every day, from now, for the next two years and beyond. Tell them that only the Liberal Democrats have the values and ideas to build a better future. Tell them that only we can deliver the stronger economy and fairer society Britain needs.

H διάκριση μεταξύ των Σοσιαλιστών που δεν μπορούν και των Συντηρητικών που δεν θέλουν να δημιουργήσουν μια δίκαιη κοινωνία είναι εξαιρετικά σημαντική και είναι μια διάκριση που αναδεικνύει τον φιλελευθερισμό ως μια relevant πολιτική θεωρία στις μέρες μας. Τα κινήματα των πολιτών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, στην πραγματικότητα ζητούν δουλειές και δικαιοσύνη. Η Αριστερά δεν μπορεί, η Δεξιά δεν θέλει.

Ένα φιλελεύθερο κόμμα που μπορεί να συνεργάζεται τόσο με την Αριστερά όσο και με τη Δεξιά ως εγγυητής των ατομικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως μοχλός πίεσης για μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία είναι ελκυστικό.

Αν έπρεπε να το μεταφράσω στα “ελληνικά” θα το διατύπωνα ως εξής: ένα κόμμα σαν τη Δράση, αλλά λίγο πιο αριστερό κι ένα κόμμα σαν τη ΔΗΜΑΡ αλλά πιο φιλελεύθερο. Να το σκεφτούμε αφήνοντας τα περί σοσιαλδημοκρατίας και “Κέντρου” κατά μέρος.

 

 

cronologiafutbolistica:

Diego Maradona en el Argentina-Korea en 2 de Junio de 1986.

cronologiafutbolistica:

Diego Maradona en el Argentina-Korea en 2 de Junio de 1986.

Σταύρος Τσακυράκης: “Στη ζωή δεν ταξιδεύεις με ληγμένα εισιτήρια”.

Για όσους δεν βλέπουν το embedded clooudcast το λινκ εδώ.

Ο Σταύρος Τσακυράκης ανήκει σ’αυτούς που έχουν απαντήσει στην ερώτηση που όλοι όσοι πολιτικοποιούμαστε ή έχουμε κατά καιρούς πολιτικοποιηθεί, έχουμε θέσει στον εαυτό μας: “Μέχρι πού μπορώ να φτάσω για τις ιδέες μου;”.

Εκείνος ως φοιτητής συμμετείχε στον Αντιδικτατορικό αγώνα, συγκρούστηκε με τη Χούντα, στη συνέχεια πολιτκοποιήθηκε σ’ενα ευρύτερο πλαίσιο για ένα πανευρωπαϊκό αριστερό αίτημα, αυτό του ευρωκομμουνισμού, μετά το έριξε στις σοβαρές σπουδές και στην ακαδημαϊκή καρριέρα, οι επιστημονικές του απόψεις τάραξαν τα νερά της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και συζητώνται διεθνώς ενώ διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο και παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο αρθρογραφώντας και υπερασπιζόμενος τις ιδέες του. 

Δεν εμας έκανε εντύπωση, λοιπόν που οι απόψεις του καθηγητή είτε για τον φιλελευθερισμό είτε για τη φιλοσοφία του δικαίου, είτε για τα δικαιώματα του ανθρώπου όπως θέλει να τα λέμε, είτε για την κεντροαριστερά, είτε για την τρέχουσα επικαιρότητα εκφέρονται απλά αλλά εδράζονται σε μια βαθειά φιλοσοφημένη και κυρίως ανθρωπιστική θεώρηση της ζωής. 

Πιο κάτω θα βρείτε τον κλασικό μου “πλοηγό” στις δίωρες εκπομπές. Θέλω ν’αναφέρω κάτι ακόμα που με συγκινήσε πολύ κι έγινε όσο τα μικρόφωνα ήταν κλειστά. Ο αρχισυντάκτης της εκπομπής μου, ο Μάκης ο Μυλωνάς είναι φοιτητής του Σταύρου Τσακυράκη. Κάποια στιγμή του δήλωσε με έκπληξη ότι δεν είχε ιδέα για την αντιδικτατορική του δράση. Εκείνος απλώς τον κοίταζε και γελούσε σαν παιδί που το είχαν συλλάβει να κάνει μια σκανταλιά. Ο Μάκης επέμενε: “Δηλαδή σας είχαν συλλάβει; Και σας είχαν πάει πού; Και ήσασταν και στο Πολυτεχνείο;”. “Ρε, Μάκη, τί θες τώρα; Ε, ναι” του απάντησε σκασμένος στα γέλια. Αυτό για να κάνουμε τις συγκρίσεις με άλλους που κραδαίνουν την αντιστασιακή δράση της νιότης από τα βουλευτικά έδρανα, από άλλα “ληγμένα εισιτήρια” όπως μας είπε, χαρακτηριστικά, ο ίδιος.

Από την αρχή μέχρι το 8’ συζητάμε ακριβώς γιαυτό: Στη ζωή, δεν ταξιδεύεις με ληγμένα εισιτήρια.

Από το 9’ μέχρι το 19’ συζητάμε για το ποιο γνωστικό πεδίο ασχολείται με τις ιδέες. Ο φιλελευθερισμός είναι πολιτική και όχι οικονομική θεωρία. Ποιος στην εποχή μας τολμάει να δηλώσει πως δεν είναι φιλελεύθερος.

Από το 21’ μέχρι το 41’ συζητάμε για τον φιλελευθερισμό και τις ταμπέλες του. Υπάρχει αριστερός φιλελευθερισμός; Ποιες είναι οι διαφορές δεξιούς και αριστερού φιλελευθερισμού; Γιατί έχουν σημασία “τα μικρά καθημερινά” στο ξεπέρασμα της κρίσης; Γιατί έχει δίκιο ο Στάθης Καλύβας και γιατί είναι σημαντικοί οι Atenistas;

Από το 49’ μέχρι το τέλος της πρώτης ώρας μιλάμε για την κάθαρση. ¨Μαζί τα φάγαμε”; Οι πολιτικές ευθύνες πρέπει να ποινικοποιούνται, πρέπει να στηθούν Ειδικά Δικαστήρια;

Από το 1΄.03’ μέχρι to 1.26’ παρεμβαίνει στη συζήτηση ο καθηγητής φιλοσοφίας του δικαίου Αριστείδης Χατζής. Συζητούν και διαφωνούν για τα σημασία του ωφελιμισμού σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη κοινωνία. Συμφώνησαν να κάνουν δια ζώσης αυτό το debate.

Από το 1.30’ μέχρι το 1.41΄ συζητάμε για την επικαιρότητα: το νόμο για την ιθαγένεια, τη λειτουργία της δικαιοσύνης, την ανάγκη η κοινωνία να κρίνει τη δικαιοσύνη και η δικαιοσύνη να το αποδέχεται.

Από το 1. 44’ μέχρι το τέλος μιλάμε για τη σημασία του να διδάσκει δίκαιο σε νέους και επιστρέφουμε στη συζήτηση περί παρελθόντος και πόση αξία έχει αυτό. Τί σημαίνει στην πραγματικότητα η δήλωση του Π.Τατσόπουλου περί “Μισής Αθήνας”, γιατί δεν πρέπει να κολλάμε στο παρελθόν.

Contentum: Glenn Gould

Προχθές λοιπόν που άκουγα ξανά την εκπομπή μου κάναμε με τον Αρίστο Δοξιάδη, λίγο η αναφορά στη σημασία της ελεύθερης διάθεσης των δημοσίων δεδομένων, λίγο τα δημοσιεύματα που προκάλεσε το αφιέρωμα που κάνει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στον Glenn Gould θυμήθηκα ένα από τα πιο χαριτωμένα στιγμιότυπα στην ιστορία των μεγάλων ορχηστρών και εν τέλει της ίδιας της μουσικής.

Όταν πριν από δυο, περίπου, χρόνια η New York Philarmonic Orchestra άνοιξε στο κοινό τα ψηφιακά της αρχεία, ανάμεσα σε συγκλονιστικά τεκμήρια όπως η απόφαση πρόσληψης της πρώτης γυναίκας μέλους ορχήστρας, του πρώτου μαύρου μουσικού κλπ, είδαμε και τα πρακτικά μιας συνεδρίασης του συμβουλίου της όπου μαρτυρούνταν η βαθειά ενόχληση του οργανισμού προς το πρόσωπο του Glenn Gould για τον τρόπο που εκτέλεσε το 1ο Κονστέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπράμς σε διεύθυνση Λέοναρντ Μπερνστάιν στο βαθμό που κάποια μέλη του συμβουλίου πρότειναν τη λύση του συμβολαίου!

Τί είχε συμβεί;

To 1962 o μεγάλος πιανίστας συναντήθηκε με τον πολύ μεγάλο μαέστρο για να παίξουν μαζί το διάσημο και εξαιρετικά αγαπητό στους φίλους της μουσικής 1ο κοντσέρτο του Μπράμς. Η κατάσταση στις πρόβες πρέπει να ήταν εφιαλτική. Αυτό το μαρτυρεί ο ιστορικός λόγος που εξεφώνησε ο ίδιος ο μαέστρος λίγο πριν τη συναυλία στο Κάρνεγκι Χωλ τον οποίο τον βλέπετε στο βίντεο που δημοσιεύω στην αρχή του ποστ.

Σ’αυτό τον ιστορικό λόγο ο Μπερνστάιν κι αφού πρώτα πλέκει το εγκώμιο της μουσικής ιδιοφυίας του Γκουλντ δηλώνει ότι διαφωνεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο με την εκτελεση που θα παρουσίαζαν στο κοινό το ίδιο βράδυ και ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί ξανά ποτέ με τον σολίστ!

Την εκτέλεση μπορείτε να την ακούσετε από το αρχείο του NPR, κυκλοφόρησε σε δίσκο το 2006 όταν και ξαναζωντάνεψε το θρυλικό επεισόδιο με πλήθος συζητήσεων και δημοσιευμάτων, να κι ένα χαρακτηριστικό άρθρο,  και τα ξαναθυμηθήκαμε όλα αυτά με τη δημοσίευση των ηλεκτρονικών αρχείων της NYPO.

Ωστόσο, η διαφωνία τους περιορίζονταν απλώς στον Μπραμς. Δυο χρόνια νωρίτερα, έχουν μεγαλουργήσει με Μπαχ. Enjoy.

Το αφιερώνω στη Νάσια που της αρέσει ο Γκλεν Γκουλντ. Μικρή οι δάσκαλοί της μουσικής της θεωρούσαν μουσικό ταλέντο κι εγώ είχα πεθάνει από τη ζήλια γιαυτό, όμως διάβαζα περισσότερο κι έτσι συνέχισα. Αυτό που φημολογείται πως ένιωθε ο Σαλλιέρι ωστόσο, το γνωρίζω ως αίσθημα από πρώτο χέρι.  *χαμογελάκι*

 

Prime Time: “Ν’αναρωτηθούμε γιατί δεν υπάρχει κάτι ριζικά καλύτερο από αυτό που μας έχει συμβεί”

Για όσους δεν βλέπετε το embedded link εδώ.

Δυο γεμάτες ώρες και καλύψαμε μόνο κάποια από τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την κρίση που ζούμε αλλά νομίζω πως τα καλύψαμε αρκετά καλά.

Αυτό, οφείλεται προφανώς στον “επικοινωνιακό” συνομιλητή μας Αρίστο Δοξιάδη ο οποίος επιχειρηματολόγησε για αρκετά ζητήματα:

Για το ρόλο των τραπεζών στην οικονομία, την επικείμενη ανακεφαλαιοποίησή τους, το γιατί πρέπει να γίνει σύντομα και ποιες συνέπειες είχε στην οικονομία η εξάμηνη καθυστέρηση καταβολής της δόσης από την αρχή της εκπομπής μέχρι το 17’.05”

Για το τί σημαίνει ανακεφαλαιοποίηση και με ποιους τρόπους θα γίνει για το αν θα είναι εφικτό το “κούρεμα των χρεών των νοικοκυριών” μέχρι το 33’

Για την εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, για το αν έχουν δαιμονοποιηθεί οι δημόσιοι υπάλληλοι, για το αν πρέπει να γίνουν απολύσεις, γιατί αυτή τη στιγμή υπερφορολογείται η οικονομία και κλείνουν επιχειρήσεις για να διασωθεί το μεγάλο κράτος που λειτουργεί ως βαρίδι στην ανάπτυξη της οικονομίας κι εδώ γίνεται η διάκριση μεταξύ κοινωνικού κράτους και του τέρατος που αναπτύχθηκε στη χώρα μας μέχρι το τέλος της πρώτης ώρας δηλαδή το 59’

Στη συνέχεια ρωτήσαμε αν άλλαξε άποψη για το αν οι νέοι πρέπει να μείνουν εδώ, μια άποψη που είχε υποστηρίξει στο dabate της Intelligence2 μέχρι το 1.10’ και για την περίφημη ομιλία του που υποστήριξε ότι για να ξεπεράσουμε την κρίση πρέπει ν’αλλάξουν δουλειά 500.000- 1.000.000 άνθρωποι μέχρι το 1.34’

Τελειώσαμε με μια συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις για το τί σημαίνει σύγχρονη δημοκρατία και την άποψη που υποστήριξε ότι οι κοινωνίες λειτουργούν αποτελεσματικότερα εφόσον τηρούνται σ’αυτές κάποιες τελετουργίες όπως ο στρατός. Διαφωνήσαμε αλλά μας έδωσε την ευκαιρία να επεξεργαστούμε λίγο πιο πολύ πάνω στην ιδέα ότι η δημοκρατία είναι ο πλούτος του φτωχού επισημαίνοντας ότι η δημοκρατία είναι ο εγγυητής της πρόσβασης στα δημόσια αγαθά.

Ο τίτλος είναι ατάκα του κ.Δοξιάδη. Ν’αναρωτηθούμε γιατί δεν έχουμε κάτι καλύτερο από τα μνημόνια: γιατί αρνούμαστε ν’αλλαξουμε το κράτος.

 

"Prime Time": "Δεν κάνεις καυγά με κάποιον που αγοράζει μελάνι με το βαρέλι".

Ο Νοέμβριος μπήκε μ’ενα πολύ ενδιαφέροντα καλεσμένο, τον σύμβουλο στρατηγικής και επικοινωνίας Στράτο Σαφιολέα.

Σε μια χειμαρρώδη συζήτηση σχολιάσαμε τον τρόπο που “μεταχειρίζονται” τα διεθνή μήντια την χώρα, το πώς κι αν αντιδρά καλά η πολιτεία, πώς έχουν αλλάξει την επικοινωνία αλλά και τη διαχείριση των κρίσεων τα social media και το πώς μπορεί να τα διαχειριστεί κανείς προς όφελός του.

Στη συζήτηση παρεμβαίνουν οι :

Άκης Γεωργακέλλος, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας της εταιρείας Stratego.

Αναστασία Καψάλη, σύμβουλος επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων, πρώην συνεργάτης του υπουργού Φίλιππου Σαχινίδη.

Prime Time @Amagi: “Ζούμε το τέλος της εποχής της επικοινωνίας”

Ήταν η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχω κάνει τελευταίως για τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία αυτό τον καιρό: ο εξτρεμισμός, ο τύπος, η κοινή γνώμη και όλα αυτά υπό τη σκοπιά της επικοινωνίας.

Ο Γιώργος Σεφερτζής που ήταν ο δεύτερος καλεσμένος στο δεύτερο “Prime Time” στον Amagi Radio, αυτό της Πέμπτης 25 Οκτωβρίου, μας εντυπωσίασε άλλη μια φορά, με το αναλυτικό του πνεύμα, την πολυπλοκότητα της σκέψης του και την στοχαστική του προσέγγιση στην επικαιρότητα.

Το θέμα μας ήταν ο εξτρεμισμός και πώς αυτός μπορεί ν’αντιμετωπιστεί από την επικοινωνία. Έθεσα μια σειρά από ερωτήματα, όπως το αν πρέπει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να δίνουν βήμα στους εξτρεμιστές, πώς τους αντιμετωπίζουμε στο δημόσιο διάλογο, ποια ρητορική υιοθετούμε, κλπ. 

Ο Γιώργος Σεφερτζής είπε πολλά και ενδιαφέροντα ωστόσο στέκομαι σε δυο σημεία που δεν τ’ακούμε συχνά. Πρώτον, δήλωσε (στο 00.07’) πως η επικοινωνία, όπως την ξέραμε, ως μέσο να γεμίζουμε τα κενά της έλλειψης της πολιτικής, τελείωσε και όχι μόνο τελείωσε αλλά η στεγνά επικοινωνιακή διαχείριση του εξτρεμισμού όχι μόνο δεν θα συντελέσει στην καταπολέμιση του φαινομένου αλλά θα το επιτείνει. Η δεύτερη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρατήρηση (στο 27’.00) ήταν ότι η πλειοψηφία της κοινής γνώμης που σιωπά, δεν εγκρίνει τίποτα απ’όλα όσα συμβαίνουν. Ακούει σιωπηλή και περιμένει. Τον ρώτησα αν αυτό σημαίνει ότι υπάρχει χώρος για νέους κομματικούς σχηματισμούς. Ακούστε τί απάντησε στο 27’.00.

Στη συζήτηση είχαμε και τρεις πολύ ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις:

Της καθηγήτριας του Παντείου Βασιλικής Γεωργιάδου η οποία ειδικεύεται στην ανάλυση του φαινομένου του εξτρεμισμού. Περιέγραψε το φαινόμενο της “Χρυσής Αυγής” και το τοποθέτησε πάνω στον ευρωπαϊκό χάρτη του εξτρεμισμού και απάντηση στην ερώτηση του αν οι περιστασιακοί ψηφοφόροι μπορούν να ξανακερδηθούν από τη δημοκρατία. Παρεμβαίνει στο 50’.00 της συζήτησης.

Του δημοσιογράφου και διευθυντή του ρ/σ “Αθήνα 9,84” Τάκη Καμπύλη που διατύπωσε την ενδιαφέρουσα άποψη ότι η “Χρυσή Αυγή” ανδρώθηκε πολιτικά σε μαζικούς κοινωνικούς χώρους κι όχι στα στούντιο της τηλεόρασης, όπως μας βολεύει να πιστεύουμε. Παρεμβαίνει στο 1.11’.00

Του δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη, ο οποίος έκανε άλλη μια εξαιρετικά εύστοχη παρέβαση επισημαίνοντας ότι ο κλάδος της δημοσιογραφίας ήταν παντελώς ανέτοιμος να τοποθετηθεί απέναντι στο φαινόμενο του εξτρεμισμού με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ακούστε τον από το 1.35’.00

Και σ’αυτή την εκπομπή ήταν μαζί μου στο στούντιο του Amagi Radio ο Μάκης Μυλωνάς ο οποίος εκτελεί χρέη αρχισυντάκτη.

Ο τίτλος του παρόντος ποστ ήταν και ατάκα του κ.Σεφερτζή.

Ευχαριστώ θερμά τις Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ που χάρισαν σε δυο ακροατές αντίτυπα του βιβλίου του Δημήτρη Ψαρρά, Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής. Ντοκουμέντα από την ιστορία και τη δράση μιας ναζιστικής ομάδας. 

 

"Prime Time" @ Amagi: "Κάποια μέρα, θα τα βλέπουμε όλα αυτά και θα γελάμε"

We are creating a world that all may enter without privilege or prejudice accorded by race, economic power, military force, or station of birth. We are creating a world where anyone, anywhere may express his or her beliefs, no matter how singular, without fear of being coerced into silence or conformity.We will create a civilization of the Mind in Cyberspace. May it be more humane and fair than the world your governments have made before.

A Declaration of the Independence of Cyberspace, by John Perry Barlow 

Στα τέλη του 2008, οι εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ είχαν οργανώσει ένα διαγωνισμό διηγήματος με θέμα το διαδίκτυο. Με την ιδιότητα του συγγραφέα των συγκεκριμένων εκδόσεων, συμμετείχα στην κριτική επιτροπή αλλά και στη συνέχεια έγραψα κι εγώ ένα διήγημα με θέμα το διαδίκτυο που περιλήφθηκε στον τόμο με τον νικητή και άλλους. Είναι, ίσως, ενδεικτικό ότι απ’όλα τα διηγήματα του τόμου που περιέγραφαν το διαδίκτυο ως πλαίσο ζόφου, μόνο το δικό μου ήταν το φωτεινό και το αισιόδοξο, το πεδίο εκείνο (συγκεκριμένα μέσα στο παιχνίδι Second Life)  που ο ηλικιωμένος ήρωάς του βρίσκει την απόλυτη ευτυχία.  Το διήγημά μου είχε τον τίτλο: “Εγώ και το κουνέλι” και δεν θα πω κάτι παραπάνω γιαυτό γιατί δεν έχω καν αντίτυπο του βιβλίου, τόσο σοβαρά παίρνω τις συγγραφικές μου απόπειρες. 

Γιαυτό το διαδίκτυο, της ελευθερίας, την δημιουργίας της ισότητας συζητήσαμε στην πρώτη μου εκπομπή στο Amagi Radio με τον χαρισματικό νεαρό καθηγητή της Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Δημήτρη Αχλιόπτα.

Στην εκπομπή είχαμε και τέσσερις παρεμβάσεις:

Τον co-fouder του Pinnatta Eric Parks, Executive Digital Consultant στην διαφημιστιή εταιρεία The Newtons ( στο 00.20.40’)

Την Αλεξάνδρας Σιγάλα, marketing manager @ Taxibeat (στο 00.31.40’) 

Τον δημοσιογράφου Ματθαίου Τσιμιτάκη (στο 01.03.00)

Τον αρθρογράφο της “Καθημερινής” Πάσχο Μανδραβέλη ( στο 01.17.00)

Στο 00.48.00 η συζήτηση γίνεται βαρειά φιλοσοφική αλλά ακούγονται και διάφορες ενδιαφέρουσες θεωρίες για το γιατί ο Τύπος δεν έχει καταφέρει ακομα να βγάλει χρήματα στο διαδίκτυο κλπ

Ευχαριστώ τον Δημήτρυ και τους φίλους που παρενέβησαν. Έμαθα πολλά καινούργια πράγματα.

Ο τίτλος προκύπτει από την εκπομπή, το είπε ο Δημήτρης και συνοψίζει τη φιλοσοφία του για τη ζωή.

Hexenkuche - Το μαγέρικο της μάγισσας.

"Λες το μαγείρεμά της να μου πάρει

απ’το κορμί, τριάντα χρόνων βάρη;”

Γκαίτε, Φάουστ,Hexenküche (Το μαγέρικο της Μάγισσας).

 

"Μαγειρεύω τη γερμανική κουζίνα, μπας και καταλάβω το λαό που τη δημιούργησε", της είπα κι από τις πρώτες φράσεις που ανταλλάξαμε, αυτή είναι η μόνη που θυμάμαι. Μου συμβαίνει σπανίως αλλά πάντα με τα λάθος άτομα. Γνωρίζεις κάποιον κάτω από τις πιο κοινότοπες συνθήκες, η γνωριμία εξελίσσεται σε κάτι σημαντικό κι όταν αργότερα κάθεσαι και αναπολείς τις πρώτες της στιγμές, δεν μπορείς να θυμηθείς όλες της τις λεπομέρειες. Για τη Μαρία λέω. Θυμάμαι βέβαια ότι τη γνώρισα σ’ενα πάρτυ Oktoberfest που έκανε ο γερμανοτραφής ξαδελφός της, παλιός μου φίλος από το πανεπιστήμιο κι όπου είχα πάει να μαγειρέψω μάλλον απρόθυμα, μόνο και μόνο για να του κάνω το χατήρι. Θυμάμαι ότι είχε έρθει με την παρέα της που μου έκανε την κάκιστη εντύπωση έτσι που φώναζαν και χειρονομούσαν όλοι μαζί, αλλά δεν θυμάμαι τις λεπτομέρειες που τόσο θα θελα να κρατήσω στη μνήμη μου. Πώς ακριβώς διατύπωσε την πρώτη φράση που μου είπε; Τί σκέφτηκα όταν με πλησίασε; Σε μια ιστορία όπου τον τόνο τον έδιναν οι συζητήσεις, ακόμη κι αυτές οι 100 πρώτες λέξεις μπορούν να κάνουν αισθητή την απουσία τους από το αρχείο της μνήμης.

"Μαγειρεύω τη γερμανική κουζίνα, μπας και καταλάβω το λαό που τη δημιούργησε…"

Τώρα που το σκέφτομαι, πάνω σ’αυτό το μοτίβο συνεχίστηκε η συνομιλία μας καθ’όλη τη διάρκεια της γνωριμίας μας. Πάντα βρισκόμουν στη φάση που προσπαθούσα να καταλάβω κάτι που εκείνη κατείχε ήδη καλά. Δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου η μικροκαμωμένη και αεικίνητη γυναίκα με τα κατάμαυρα μάτια, κάπνιζε νευρικά και έτρωγε λίγο και ό,τι της έβαζα μπροστά της. Καθόλου του γούστου μου δηλαδή, τουλάχιστον εμφανισιακώς, η γυναίκα με το κοινότοπο όνομα αλλά και με τον πλέον ασυνήθιστο και πολύπλοκο εγκέφαλο στην οποία κάθισα να μιλάω, γιατί τί άλλο καλύτερο μπορεί να κάνει κανείς όταν ψήνει λουκάνικα και κοτόπουλα; Τελικά βρεθήκαμε να συζητάμε με ένταση για τον γερμανικό ρομαντισμό, τη δύναμη του κινήματος να αναμορφώσει εκ βάθρων τις ανθρώπινες κοινωνίες, τη συνεισφορά του Διαφωτισμού, το τί εν τέλει θα απέτρεπε την ανθρωπότητα από μελλοντικές γενοκτονίες:

- “Α, ωστε είσαι λάτρης του Μπετόβεν και του Σούμαν, λοιπόν, τελικά ο Σίλλερ για τύπους σαν και σένα έγραψε…”

 - “Σιγά μην έχω δει αυτή την ταινία. Αν και μάγειρας τον βαριέμαι τον κινηματογράφο, δεν ξέρω αν είχες ακούσει για αυτή την παράσταση που είχε ανέβει πριν από δύο χρόνια στη Γαλλία και που…”

 - “Μπαρόκ;! Θα αστειεύεσαι!”

 - “Όχι δεν αστειεύομαι καθόλου, κάτσε μια στιγμή να κόψω το κοτόπουλο και να σου εξηγήσω πώς το σκέφτομαι..”

- “Δεν μου λες, θες να πιούμε ένα καφέ αύριο το πρωί;”,

Ο καφές στις 11.00 το επόμενο πρωί, έγινε και ουζάκι στη 1.00 και φαγητό στις 3.00 και απογευματινός καφές στις 5.00 και ένα ποτάκι νωρίς στις 8.00 και φαγητό στις 10.00 και μετά πολλά ποτά μέχρι τα ξημερώματα της επομένης μέρας όπου το σχολάσαμε γιατί άρχισαν να μας διώχνουν από τα μπαρ. Είχα πάθει πλάκα. Δεν είχα συναντήσει άνθρωπο με τέτοιο μυαλό και εύρος γνώσεων.

Παντρεμένη μ’ενα παιδί και μόνιμη κάτοικος Θεσσαλονίκης, το “παντρεμένη με παιδί” μου το είπε μ’εναν τρόπο που μόλις και μετά βίας κρατήθηκα να μην της απαντήσω ειρωνικά “Σκασίλα μας!” κι αυτό γιατί η Μαρία ως γυναίκα, στην αρχή μου ήταν απολύτως αδιάφορη. Αυτό που με είχε καθηλώσει ήταν το απίθανο μυαλό της, ο τρόπος που συζητούσε μαζί μου, ακόμη και τα ζητήματα που φαινόταν ότι τα είχε λήξει μέσα της. Σαν να γυρνούσε πίσω στο χρόνο και να έπιανε το μίτο του συλλογισμού ξανά από την αρχή, λες και επεξεργαζόταν μία ιδέα για πρώτη φορά. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό ήταν ακριβώς που της άρεσε με μένα· το ότι γυρνούσε πίσω στο χρόνο μιας και ο χρόνος που περνούσε, είχε αρχίσει να τη φοβίζει.

Η αλληλογραφία που ακόλουθησε, αποδείχτηκε το ίδιο συναρπαστική με την πρώτη συνομιλία μας.

"Αθήναιε, σήμερα το μεσημέρι βγαίνοντας από το γραφείο μου φουρκισμένη, είδα μία πεταλούδα. Μία πεταλούδα στο κέντρο της πόλης! Αμέσως σε θυμήθηκα. Εσύ με αφορμή αυτή την πεταλούδα θα ήσουν ικανός να κάνεις ένα συλλογισμό για τη φύση ως απάντηση στο στεγνό πλην όμως αναγκαίο ρεαλισμό και να καταλήξεις με μια συνταγή που θα σου έφτιαχνε το κέφι. Η σκέψη αυτή με έκανε και χαμογελούσα μόνη μου για ώρες. Αύριο η κόρη μου έχει γενέθλια και θα έρθει στο σπίτι ο μαραγκός να βάλει μια καινούργια βιβλιοθήκη η οποία είναι ήδη γεμάτη… Περνάει ο καιρός Αθήναιε. Περνάει ο καιρός και το μόνο που κάνω είναι να βλέπω το παιδί μου να μεγαλώνει και να γεμίζω το σπίτι μου ράφια με βιβλία, θρηνώντας όπως ο Δόκτωρ Φάουστ: "Και να’μαι εδώ με τόσα φώτα, εγώ μωρός, όσο και πρώτα…"

Σε φιλώ.

Μαρία

Υ.Γ. Σου στέλνω και την εικόνα μιας πεταλούδας γιατί όταν βλέπω πεταλούδες, σε σκέφτομαι!”

"Είδες μια πεταλούδα και κατέληξες να σκέφτεσαι μία συνταγή; Αν πήγαινες σπίτι να τη μαγειρέψει κιόλας εσύ που δεν έχεις ιδέα από μαγείρεμα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το "Butterfly Effect" σε όλο του το μεγαλείο! Χαχα! Η Φύση είναι η απάντηση, πράγματι. Αν καταλάβεις ότι είσαι τόσο σημαντική όσο κι ένα μυρμήγκι τότε θα σταματήσεις να ασχολείσαι και με το χρόνο που περνάει αλλά επειδή είσαι σοφή σαν τον Δόκτωρα Φάουστ φοβάμαι πως θα είσαι το επόμενο θύμα του Μεφιστοφελή! Και ξέρεις που θα σε πάει για φαγητό για να σου δώσει πίσω τα νειάτα σου, έτσι; Στο βρωμερό μαγέρικο της Μάγισσας! Hexenkuche! Χαχα! Φιλιάααααα! Cheer up! It’s only a birthday!"

Και έτσι, περνούσε ο καιρός… Με γράμματα, τηλέφωνα και πότε-πότε συναντιόμασταν κιόλας στα πλαίσια των επαγγελματικών μας υποχρεώσεων. Τη μερα που της είπα ότι θέλω, επιτέλους, να της μαγειρέψω είχα συλλάβει τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι μου άρεσαν πολύ τα χείλη της, μια σκέψη που την απώθησα αμέσως χωρίς να ξέρω το γιατί. Βασικώς με ενοχλούσε που έμενε μακριά. Πάντα αναρρωτιόμουν αν θα έκανα το ο,τιδήποτε για να γευτώ ένα εξαιρετικό πιάτο, αν για παράδειγμα έπρεπε να φορέσω σαρίκι ή να βγάλω τα παπούτσια μου για να φάω στου Ducasse ή στου Keller, θα το έκανα; Τελικά, πάντα είχα λάθος άποψη γιαυτό που θα έκανα σε αυτή την περίσταση γιατί τα γεγονότα με διέψευσαν.

"Μαρία, δεν σηκωνω κουβέντα! Είμαστε τόσο καιρό φίλοι και δεν σου έχω μαγειρέψει ποτέ. Δεν μ’ενδιαφέρει αν έχεις έρθει με όλο σου το σόι στην Αθήνα, να τους πάρεις και να έρθετε στο σπίτι μου να φάμε. Σε περιμένω το βράδυ στις 8.00".

Τελικά ήρθε με την κορούλα της με την οποία αλληλολατρευτήκαμε με το “καλησπέρα σας”. Ήταν μια κόπια της μαμάς της, η Μαρία τζούνιορ, ένα πλασματάκι μελαγχρινό, σαν σοκολατάκι που έτρεχε γύρω-γύρω σαν το μυρμηγκάκι και σε κάρφωνε όπως ακριβώς και η μητέρα της, με ματάκια που έλαμπαν από ευφυία. Δεν είχα μαγειρέψει κάτι ιδιαίτερο, για να είμαι ακριβής δεν είχα μαγειρέψει τίποτε. Καθίσαμε στην κουζίνα και μιλάγαμε εν’όσω μαγείρευα. Δεν είχα προγραμματίσει το μενού, μου βγήκε αυθόρμητα: σούπα αυγολέμονο και αρνάκι ” του αμπελουργού”. “Ξέρετε, εγώ δεν τρώω σούπα και αρνί” μου δήλωσε η μικρή και πριν προλάβει η μητέρα της να ολοκληρώσει μια φράση του στυλ “να παραγγείλουμε πίτσα”, τη διέκοψα. ” Δεν πειράζει, αγαπούλα μου, δεν θα φας τίποτα. Α ναι, έχουμε και μήλα, αν θες, φάε μήλα. Πίτσες απ’έξω δεν βάζω σε αυτό το σπίτι και αφεντικό στην κουζίνα είμαι εγώ. Έλα να σου δώσω ένα φιλάκι τωρα”. Έμειναν και οι δύο κάγκελο… “Καλά, δεν πειράζει”, αναδιπλώθηκε αμέσως το μικρό γατόνι, μόλις είδε ότι δεν την έπαιρνε, “ίσως τελικά δοκιμάσω φαγητό, μήπως γίνεται να φτιάξουμε και μηλόπιτα με τα μήλα;”. ” Άκου λέει! Φυσικά γίνεται! Θα φτιάξουμε και μηλόπιτα!”. Η μαμά της που προφανώς μεγάλωνε μια “Ιερή Αγελάδα” ταίζοντάς την πίτσες κι όχι ένα παιδάκι, με κοίταζε εμβρόντητη και βούτηξε για το επόμενο μισάωρο τη μύτη της στο ποτήρι με το κρασί χωρίς να λέει πολλά-πολλά, μόνο με έβλεπε να κάνω πλάκα με τη μικρή και το σκύλο ενώ μαγείρευα.

Το φαγητό βγήκε τέλειο και η συζήτηση όπως πάντα πολύ καλή. Μου άρεσε που τις είχα και τις δυο στην κουζίνα μου και ήμουν εξαιρετικά ήρεμος και χαρούμενος και τους είχα μεταδώσει το αίσθημα της ήρεμης ευφορίας. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που η Μαρία αντί να μου μιλήσει για τον…Γκαίτε και το χρόνο που περνούσε, μου μίλησε επί ώρες για τον εαυτό της και τα παιδικά της χρόνια.

Είχε ξημερώσει όταν άνοιξα τα μάτια μου. Είχα αποκοιμηθεί στον καναπέ με τη μικρή αγκαλιά και το σκύλο στα πόδια μας, πώς είχαμε βρεθεί εκεί, δεν θυμαμαι. Η Μαρία καθόταν στην πολυθρόνα απέναντί μου και μας κοίταζε σοβαρή και συνοφρυωμένη. Μα, τί ύφος ήταν αυτό; Λες και έκανε παζάρι με τον Διάβολο. Έμεινα και την κοίταζα κι εγώ σοβαρός χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, κρατώντας τη μικρή αγκαλιά ξαπλωμένος στον καναπέ. Ήθελα να της πω πολλά ή μάλλον όχι, ήθελα να της υποσχεθώ τα πάντα και θα το έκανα με κάθε σοβαρότητα γιατί εγώ, ποτέ μου δεν δίνω υποσχέσεις. Όμως, δεν είπα τίποτε. Ίσως έφταιγε το βλέμμα της, έτσι αγριεμένο που ήταν μου έφερε στο νου τους στίχους από τον Φάουστ: “Λες το μαγέρεμά της θα μου πάρει από το κορμί, τριάντα χρόνων βάρη;” Ίσως έφταιγε το ότι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν θα έκανα ο,τιδήποτε ακόμη και για το τελειότερο πιάτο του κόσμου…

"Πρέπει να φύγω, έχουμε αργήσει. Θα μας ψάχνει και ο άντρας μου…" Πήγα να καγχάσω και να την ειρωνευτώ αλλά κρατήθηκα. "Σ’ευχαριστούμε πολύ για το τραπέζι. Θα τα πούμε. Θα σου τηλεφωνήσω εγώ" και φυσικά, η Μαρία δεν μου ξανατηλεφώνησε από εκείνο το βράδυ κι εγώ δεν επέμεινα γιατί δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Η επικοινωνία μας περιορίστηκε στα τυπικά και έχει γίνει αραιή και που.

Η πουτάνα η κατσαρόλα, με πρόδοσε και την πάτησα λες και είχα βγει στην πιάτσα χθες. Η κατσαρόλα… Η μαγειρική που τα φανερώνει όλα, όσο και να να θες να κρυφτείς· τις σκέψεις σου και τις βαθύτερές σου επιθυμίες. Αυτό που θες από κάποιον, η κατσαρόλα θα το φανερώσει. Θες μια ξεπέτα, έναν παθιασμένο έρωτα ή να γίνεις σύντροφος και πατέρας; Τί εικόνα περίμενα να δώσω φτιάχνοντας σούπα αυγολέμονο, αρνί και μηλόπιτα; Του παθιασμένου εραστή που ήθελε να ζησει μια ερωτική σχέση για όσο κρατήσει; Αν είχα βάλει στην είσοδο του σπιτιού μου ταμπέλα με τη δήλωση: “Θέλω να ζήσω με σένα και την κόρη σου”, λιγότερη εντύπωση θα της έκανε από ένα οικογενειακό, ζεστό και αγαπησιάρικο δείπνο στην κουζίνα που δεν άφηνε αμφιβολίες για τις μύχιες σκέψεις μου.

Απόψε, κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά καθισμένος στα σκαλιά πάνω από το σταθμό του μετρό στην Πλατεία Συντάγματος, στο τέλος μιας κουραστικής μέρας. Το φετινό Oktoberfest έληξε προχθές και από προχθές είναι που σκέφτομαι τη Μαρία. Αν ήμασταν “όπως παλιά”, τώρα, θα της έγραφα ένα γράμμα για τη μέρα μου, θα της έλεγα ότι ξύπνησα το πρωί και κάπου στο βάθος, μύρισα τον χειμώνα που έρχεται, θα της έγραφα για το φεγγάρι που βγήκε πριν από λίγο από τον Υμηττό, για τη Φύση που καταφέρνει και κάνει αισθητή την παρουσία της στο απόλυτο κέντρο της πόλης παρηγορώντας μας και φωτίζοντας τη δύσκολη καθημερινόητά μας. Τη Μαρία την έβγαλα από την καθημερινότητά μου τελεσίδικα αν και νιώθω γιαυτήν μια απέραντη ευγνωμοσύνη. Ανέβασε ξανά τα στάνταρντς μου σε μια περίοδο που είχα γίνει και επισήμως ο σαβουρογάμης των βορείων προαστείων, μ’εκανε να νιώσω έξυπνος, μ’έβαλε στη διαδικασία να ανοίξω βιβλία, να σκεφτώ, να φιλοσοφήσω. Μ’εκανε να αισθανθώ περήφανος για τον εαυτό μου που στάθηκα παλικάρι και σχεδόν ισότιμα σ’ένα συναρπαστικό διάλογο μαζί της. Τη γνώρισα όταν είχα αρχίσει να αισθάνομαι ξανά υγιής και μου θύμισε ότι αξίζω κάτι καλύτερο.

Τη Μαρία την έβγαλα τελεσίδικα από την καθημερινότητά μου, σκέφτομαι όμως ότι θα την κρατήσω με αγάπη στην καρδιά μου για καιρό, σίγουρα πάντως, μέχρι να θυμηθώ ποια είναι η πρώτη κουβέντα που μου είπε όταν τη γνώρισα…

Αυτές οι πρώτες 100 λέξεις της συναρπαστικής μας συνομιλίας, δεν είναι δυνατόν να λείπουν από τη μνήμη μου…

Το κείμενο το είχα γράψει με το ψευδώνυμο “Αθήναιος” γιαυτό και η αλλαγή στα φύλα. Δημοσιεύθηκε αρχικά στο παλιό μου μπλογκ, τον Οκτώβριο του 2006 και στη συνέχεια στο βιβλίο μου “Αθήναιου Βορβορυγμοί. Ιστορίες Γεύσεων ενός Μεσογειακού Μάγειρα” (ΠΑΤΑΚΗΣ). Το θυμήθηκα τις τελευταίες ημέρες με τα προσβλητικά που διαβάζω για τη Γερμανία μέχρι κι από γαστρολόγους. Για μένα η Γερμανια από τη μουσική μέχρι την κουζίνα της και τα κρασιά της, υπήρξαν πάντα πηγή έμπνευσης και καταφυγή στις δύσκολες στιγμές.